Αποκριάτικα τραγούδια

Τα αποκριάτικα τραγούδια είναι δημοτικά τραγούδια αναφερόμενα στη γιορτή της αποκριάς. Άλλα από αυτά έχουν χαρακτήρα σκωπτικό και περιγελαστικό και άλλα βακχικό εύθυμο. Πολύ συχνά οι ομάδες των μεταμφιεσμένων ανταλλάσσουν περιπαιχτικά στιχάκια, που πολλές φορές έχουν σεξουαλικό περιεχόμενο (αθυρόστομα)!..

Τα αποκριάτικα τραγούδια, και ιδιαίτερα τα άσεμνα, αντιπροσωπεύουν ένα ρεπερτόριο του οποίου η καταγραφή, μελέτη και ανάλυση παρέμεινε στο περιθώριο, σε σχέση με την έρευνα των υπόλοιπων κατηγοριών του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού, εξαιτίας της ιδιαιτερότητας και της τολμηρότητας του περιεχομένου του, για τα μέτρα της αστικής ηθικής.

Η ποιητική και μουσική δομή των περισσότερων αποκριάτικων τραγουδιών παρουσιάζεται σχετικά απλή. Έχουν συνήθως έντονο το ρυθμικό στοιχείο, μέσα από απλά ρυθμικά σχήματα (συνήθως δίσημα ή επτάσημα), που συνδέονται με το κυρίαρχο συλλαβικό χαρακτήρα της μελωδίας, δίνοντας προτεραιότητα σε μια ρυθμική “μελωδική απαγγελία” του κειμένου.

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον το γεγονός ότι πολλά από τα τραγούδια (κι αυτό είναι δείγμα της παλαιότητας αλλά και της ιδιαιτερότητας του συγκεκριμένου ρεπερτορίου) παρουσιάζουν στίχους οκτασύλλαβους, όχι ιαμβικούς αλλά κυρίως τροχαϊκούς. Ήδη κατά την αρχαιότητα ο Αριστοτέλης επεσήμαινε τον “διονυσιακό” χαρακτήρα αυτού του μέτρου, όταν τόνιζε “των δε ρυθμών… ο τροχαίος κορδακικώτερος” (Ρητορ. 3, 8), συνδέοντας τον με τον “κόρδακα”, τον κατεξοχήν άσεμνο χορό της αρχαίας κωμωδίας.

Αυτόν τον τροχαϊκό ρυθμό, όπως επισημαίνει ο Baud-Bovy, τον βρίσκουμε επίσης στα τραγούδια των παιδιών και στα ταχταρίσματα (ας μην ξεχνάμε ότι τα παιδιά είναι οι πιο συντηρητικοί φορείς, που στα τραγούδια και στα παιχνίδια τους έχουν διασώσει πλήθος στοιχείων από την αρχαία παράδοση). Προπαντός όμως χαρακτηρίζει τα αποκριάτικα άσεμνα τραγούδια, “τ’ άσκημα” όπως τα έλεγαν στη Ρόδο, όπου τα χόρευαν οι άντρες για να “ξεντροπιαστεί” η νύφη, ενώ στη Βόρεια Ελλάδα και στη Βουλγαρία τα τραγουδούσαν και οι γυναίκες, αλλά μόνο την “μέρα της μαμής” (γυναικοκρατίας).

Ο τροχαϊκός ρυθμός είναι αυτός που δίνει και το “βάρος” στους αποκριάτικους μιμητικούς χορούς, όπως το γνωστό “Πιπέρι” [σ.σ. Πως το τρίβουν το πιπέρι], που χορεύεται σ’ όλα τα Βαλκάνια, ενώ ίδιο ρυθμό συναντούμε και στον ανάλογο γαλλικό χορό “Savez-vous planter les choux”! Έτσι μπορούμε να ισχυριστούμε ότι τα αποκριάτικα τραγούδια που ακολουθούν την οκτασύλλαβη τροχαϊκή δομή διεκδικούν παλαιότητα σε σχέση με αυτά που έχουν δεκαπεντασύλλαβους.

Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζουν οι παρεμβολές “τσακισμάτων”, επιφωνημάτων αλλά και εύηχων λέξεων χωρίς νόημα (“μπρε-μπρε-μπρε”, “μπαμ-μπαμ-μπουμ”, “μάνα μου, μωρή”, “μπίγι-μπίγι-μπιγιρμέ” κ.ο.κ.), που δεν γίνονται μόνο για λόγους ισομετρίας αλλά και για να υπογραμμίσουν το ρυθμό και να επιτείνουν τον όλο κωμικό χαρακτήρα του τραγουδιού.

Τα αποκριάτικα τραγούδια, και κυρίως τα παλαιότερα από αυτά, τα “άσεμνα”, τα τραγουδούσαν χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων, χωρισμένοι σε δυο ομάδες (όπως συμβαίνει ακόμη και σήμερα στον αποκριάτικο χορό γύρω από τη φωτιά στον Δρυμό Ελασσόνας), ή άρχιζε ένας σολίστας κι επαναλάμβαναν οι υπόλοιποι. Τα όργανα της στεριανής “κομπανίας” (κλαρίνο, βιολί, λαγούτο, τουμπελέκι) ή της νησιωτικής “ζυγιάς” (βιολί, λαγούτο) αποτελούν νεότερη προσθήκη.

Παλαιότερα, ως μουσικό όργανο συνοδείας μπορούσε να προστεθεί, με τον “διονυσιακό” του ήχο, ο άσκαυλος στις δυο μορφές του: γκάιντα (στη Θράκη και στη Μακεδονία) και τσαμπούνα (στα νησιά). Ενώ το τύμπανο (νταούλι στη στεριανή Ελλάδα και τουμπί στη θαλασσινή) υπήρξε το κατεξοχήν ρυθμικό όργανο, που επίσης αναλάμβανε και την εξαγγελία της εισόδου της Αποκριάς, είτε με την έναρξη του Τριωδίου είτε άλλη καθορισμένη μέρα, όπως στην Ύδρα, την ημέρα του αγίου Αντωνίου (17 Ιανουαρίου). Γι αυτό και η πρώτη εβδομάδα ονομάστηκε “προφωνή” ή “προφωνέσιμη”.

Μήπως, εξάλλου, αυτόν το χαρακτήρα “προσφώνησης” δεν έχει και η προστακτική παραίνεση “χορέψετε, χορέψετε” και “χαρείτε”, που εξακολουθούν να μας απευθύνουν αυτά τα τραγούδια; Πρόσκληση και πρόκληση μαζί προς τον “σύγχρονο” άνθρωπο της μεγάλης πόλης, για επανασύνδεση με τα σύμβολα ης Μεγάλης Μητέρας-Θεάς της Γονιμότητας, για επιστροφή στη Μήτρα της Φύσης. Μέσα από την επαφή και την επικοινωνία στο πλαίσιο της ίδιας κοινωνικής ομάδας, που έχει συνείδηση των κοινών της δεσμών και στόχων. Μέσα από την ιεροτελεστία του γλεντιού, που αρνείται να υποβιβαστεί σε “διασκέδαση”. Μέσα από μια συμβολική γλώσσα τόσο τολμηρή όσο και προαιώνια, γι’ αυτό και πανανθρώπινη και, εν τέλει, καθαγιασμένη.